Όποιος είναι άστεγος από blog και θέλει να το βγάλει από μέσα του που λέμε, να μου στείλει το κείμενό του στο email μου και θα το αναρτήσω άμεσα!!!

Aντε μπες και πάμε!

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Θέλω να μαζέψω τα γυαλιά!



Δεν ήταν η πρώτη φορά που τους άκουγα.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που δεν τους ένοιαζε τίποτα.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που έσπαγε κάτι.
Έπρεπε να πάω γρήγορα να το μαζέψω, γιατί αλλιώς θα έβρισκαν κι’ άλλη αφορμή.
Αν τα μαζέψω γρήγορα ίσως δεν τους ξανακούσω για σήμερα.
Θα κάτσω να περιμένω να σταματήσει και μετά θα πάω κρυφά να τα μαζέψω.
Δεν είμαι τόσο μικρή πια, θα τα καταφέρω μερικά γυαλιά είναι.
Αρκεί να σταματήσουν να μπορέσω να πάω μέσα.
Σας παρακαλώ θέλω να μαζέψω τα γυαλιά, κάνε Θεούλη μου να σταματήσουν να μαζέψω τα γυαλιά!
Θα σταματήσουν αν μαζέψω  τα γυαλιά, σε παρακαλώ Θεούλη μου κάνε να σταματήσουν!!
Θέλω να μαζέψω τα γυαλιά!
Σε παρακαλώ Θεούλη μου!
Κάνε σε παρακαλώ να σταματήσουν!


Αυτά τα λόγια πονάνε τόσο πολύ.
Τα κουβαλάω πάντα.
Πονάνε πάντα και πήραν ένα κομμάτι μαζί τους!
Από την ψυχή, το μυαλό, την καρδιά!
Αν ξεκινήσω να λέω, πόσο κακό κάνει στις αθώες ψυχές να τσακώνονται και να παίζουν ξύλο μπροστά τους, οι ίδιοι τους οι γονείς, δεν θα σταματήσω ποτέ!
Κρατήστε αυτά τα λόγια και νομίζω ότι καταλάβατε!
Εγώ δυστυχώς κατάλαβα!
Ελπίζω να καταλάβουν και αυτοί που πρέπει!



Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Θα το δεις δεν τελειώσαμε εμείς!



Μέσα στης νύχτας την σιωπή νόμιζα θα έκλαιγε όλη η γη
Δεν μπορεί μια τέτοια αγάπη να χαθεί
Σε είδα να φεύγεις και έγινε η ζωή μου φυλακή
Νιώσε με, όπου και αν είσαι θα αισθάνεσαι μισή
Θα σου λείπει η ανάσα μέσα στην ψυχή
Θα θες να  τρέξεις μα τα πόδια σου θα έχουνε κοπεί!
Τρέξε, μπορείς, υπάρχει κάπου αλλού και για μας η άλλη μας ζωή
Που όλα είναι δικά μας και δεν θα μας ακουμπά κανείς, ούτε άνθρωπος
Ούτε σώμα, ούτε εμείς!

Ανέβα, τρέξε και θα δεις!
Mην ξεχάσεις να με περιμένεις και θα δεις!




Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Δεκαπέντε +Ένας bloggers_ Μια ιστορία αγάπης #4 Xάθηκαν όλα;

Συναντηθήκαμε 15 τόσο διαφορετικοί άνθρωποι να συνεχίσουμε και να τελειώσουμε  μια ιστορία που άρχισε ένας φίλος μας ο Πέτρος εδώ
συνέχισε η Αριστέα εδώ το πρώτο μέρος, 
η γλυκιά Πεταλουδίτσα μας το δέυτερο μέρος εδώ
το Κατερινάκι απο το Άποψη Τέχνης το τρίτο μέρος εδώ,
και εγώ θα συνεχίσω με το τέταρτο μέρος.
Ελπίζω να σας αρέσει και να ικανοποιήσει και τον Πέτρο που είναι η δική του η ιστορία.



                                              # 4 Χάθηκαν όλα;

-Δυο μπουκάλια κρασί, αυτή ήταν η αιτία που χάθηκε γυναίκα και παιδί σε μία στιγμή Βάσια μου!
-Τι λες κε Μιχάλη;
-Όπως το ακούς δυο μπουκάλια κρασί!
Είχαν πάει ο Στέλλιος με το παιδί του και την γυναίκα του, που ήταν και έγκυος, στην γιορτή του κουμπάρου του.
Ο Στέλλιος δεν ήθελε, γιατί φοβόταν ότι θα την κούραζε όλη αυτή η φασαρία, αλλά η γυναίκα του, Μαρία την έλεγαν, επέμενε να πάνε γιατί πολύ είχε κλειστεί μέσα λόγω της περίεργης και δύσκολης εγκυμοσύνης της.
Hταν τόσο ερωτευμένο και ταιριαστό ζευγάρι που όλοι τους χάζευαν.
Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο απόλυτα, πράγμα σπάνιο Βάσια μου.
Κάποια στιγμή λοιπόν ενώ διασκέδαζαν, ο Στέλιος κατάλαβε ότι η γυναίκα του κουράστηκε και την πήρε να φύγουν.
Την ίδια ώρα έφευγε και ένας ξάδερφός του Στέλιου με το δικό του αυτοκίνητο.
«Μην οδηγήσεις του λέει ο Στέλιος έχεις πιει πολύ.»
«Έλα μωρέ  μια χαρά είμαι άλλες φορές έχω πιει περισσότερο μην φοβάσαι.»
«Εντάξει έλα από πίσω μου όμως να σε προσέχω.»
Ξεκίνησαν λοιπόν μαζί.
Κάποια στιγμή, επειδή ο Στέλιος πήγαινε σιγά ο ξάδερφός του προσπάθησε να τον προσπεράσει και εκείνη την ώρα ερχόταν από την άλλη μεριά ένα φορτηγό.
Έχασαν όλοι τον έλεγχο, ένα λεπτό και δύο μπουκάλια κρασί για να γίνουν όλα ένα μάτσο σίδερα και ο Στέλιος που ήταν ο μόνος που είχε επιζήσει, να προσπαθεί να συνεφέρει την γυναίκα του και να μην αφήνει να την πάρουν οι άνθρωποι του ασθενοφόρου .
Δεν ξέρω ούτε και εγώ πόσο γέρασε μέσα σε μία μέρα, πόσα χρόνια του έφυγαν σε ένα λεπτό, πόσες φορές προσπαθήσαμε να τον σώσουμε από την αυτοκτονία όλοι, συγγενείς και φίλοι.



Δεν ξέρω πως έζησε, ακόμα απορώ να σου πω την αλήθεια, τι τον κράτησε.
Κάποια στιγμή που τον ρώτησα μετά από πάρα πολύ καιρό, μου είπε,
«Με κράτησε εκείνη, μου είπε να συνεχίσω γιατί δεν την αφήνω να ησυχάσει κε Μιχάλη και δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, για την Μαρία μου!»
Όμως δεν ήταν ποτέ ο Στέλλιος που ξέραμε, δεν ξαναχαμογέλασε ποτέ, δεν έβγαινε από το σπίτι παρά μόνο για την δουλειά του δεν είχε παρέες, δεν ήθελε κανέναν μόνο εδώ ερχόταν για να πιει έναν καφέ  μαζί μου και μετά πάλι στο σπίτι του.
Η μόνη μέρα που τον είδα να χαμογελάει ήταν την μέρα που σε γνώρισε και χάρηκα πάρα πολύ.
Όμως μετά πάλι τα ίδια, να έρχεται κάθε μέρα να ρωτάει για σένα και το βλέμμα του με την ίδια σκοτεινιά που είχε όταν έχασε την γυναίκα του.
Ένα χρώμα αλλόκοτο παιδάκι μου  έπαιρναν τα μάτια του στον μεγάλο πόνο, σαν να μην ήταν ανθρώπινο, πόσο με τάραζε αυτό το χρώμα.
Με πιάνει ρίγος μόνο που το σκέφτομαι.
Απόκοσμο, σκούρο σαν να ήθελαν τα μάτια του να φυλακίσουν τον πόνο όλου του κόσμου!
Ο κος Μιχάλης τόση ώρα που έλεγε όλα αυτά στην Βάσια, συνεπαρμένος και χαμένος στις σκέψεις του, δεν είχε καταλάβει ότι η Βάσια είχε ασπρίσει ολόκληρη και με το ζόρι της έβγαινε η ανάσα.
-Είσαι καλά κορίτσι μου;
-Κε Μιχάλη πρέπει να τον βρω, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εκείνον, πρέπει να του εξηγήσω, να του ζητήσω συγνώμη, να τον παρακαλέσω να με συγχωρέσει,  πες μου σε παρακαλώ που μπορώ να τον βρω!
-Μην ανησυχείς κορίτσι μου ηρέμησε θα τον βρούμε, κάθε μέρα έρχεται από εδώ.
-Δεν μπορώ να περιμένω, πρέπει να τον βρω τώρα, 
τώρα κε Μιχάλη!
-Εδώ πιο κάτω μένει Βάσια μου, στην οδό Ναβαρίνου 23 πήγαινε μπορεί να είναι εκεί.
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του και η Βάσια άρχισε να τρέχει, έτρεξε με όλη της την δύναμη κλαίγοντας, τρέμοντας, ελπίζοντας!
Όταν έφτασε στην πόρτα του άρχισε να χτυπάει με μανία τα κουδούνια και την πόρτα!
Χτυπούσε για δέκα λεπτά αλλά μάταια, κανείς δεν της άνοιξε.
Γονάτισε στο πλατύσκαλό, έβαλε τα χέρια στο κεφάλι της και ξαφνικά μέσα στο κλάμα της και στην απελπισία της άκουσε μια φώνη.
-Βάσια!
Έτρεξε στην αγκαλιά του, έκλαιγε και τον φίλαγε, ώσπου δεν άντεξε άλλο και λιποθύμησε στα χέρια του.


Ελπίζω να σας άρεσε η συνέχεια που έδωσα.
Πόνεσα πολύ όταν το έγραφα, ένιωσα τον πόνο τους και την λαχτάρα τους, ζωντάνεψαν στα μάτια μου.
Καλή συνέχεια στην Κική θα περιμένουμε να δούμε με αγωνία την συνέχεια που θα έχουν οι ήρωες μας!